Τα κυριότερα φοινικοειδή στην Κύπρο

Δρ Βασίλης Α. Βασιλείου
Ανώτερος Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών
Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών, ΤΘ. 22016, 1516 Λευκωσία, Κύπρος

Τα φοινικοειδή

Οι φοίνικες ανήκουν στην οικογένεια Palmae (Arecaceae). Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει 202 γένη με περίπου 2600 είδη των τροπικών, υποτροπικών και θερμών εύκρατων κλιμάτων. Τα είδη αυτής της οικογένειας είναι δένδρα ή θάμνοι με ψηλό, ισοπαχή και χωρίς διακλαδώσεις κορμό, που καταλήγει στην κορυφή σε μεγάλα, έμμισχα, πτεροειδή ή ριπιδοειδή, κολεοφόρα, σύνθετα, αειθαλή φύλλα. Οι φοίνικες πολλαπλασιάζονται με σπόρο, αλλά και με παραφυάδες (για τα είδη που τις παράγουν). Τα φοινικοειδή μπορούν να αναπτυχθούν σε άγονα και ξηρά εδάφη, σε ηλιόλουστες θέσεις και θερμά κλίματα (Ορφανάκη, 2011). Είναι κατάλληλα για παραθαλάσσιες φυτεύσεις (σε κήπους, πάρκα, ξενοδοχειακές μονάδες, κλπ), μεμονωμένα ή/και σε δεντροστοιχίες. Τα φοινικοειδή του γένους Phoenix, το οποίο περιλαμβάνει περίπου 17 είδη των τροπικών και υποτροπικών περιοχών της Αφρικής και της Ασίας (Hickey & King, 1981; Ορφανάκη, 2011), θεωρούνται από τα σημαντικότερα είδη στη σύγχρονη κηποτεχνία.

Μορφολογία και ανάπτυξη των φοινικοειδών

Οι φοίνικες είναι μονοκοτυλήδονα φυτά, ενώ στη διεθνή βιβλιογραφία λανθασμένα αναφέρονται ως δέντρα (που είναι δικοτυλήδονα), αφού δεν έχουν κάποια χαρακτηριστικά δέντρων. Τα φοινικοειδή αναπτύσσονται σε φάσεις. Μετά το φύτρωμα του σπόρου περνάνε από ένα στάδιο εγκατάστασης (νεανική φάση) κατά την οποία το ακραίο μερίστωμα παραμένει στην επιφάνεια του εδάφους ή λίγο κάτω από αυτή. Στη συνέχεια δημιουργούνται τα κοτυλόφυλλα, τα οποία αντικαθίστανται από τα κανονικά φύλλα του φυτού. Οι ρίζες φύονται από την βάση του κορμού με τυχαίο τρόπο και, όπως και κορμός, δεν αναπτύσσονται δευτερογενώς σε διάμετρο. Οι ρίζες είναι άτριχες και διακλαδίζονται, οι τριτοταγείς και τεταρτοταγείς ρίζες είναι τα όργανα απορρόφησης νερού και θρεπτικών στοιχείων. Τα φοινικοειδή του γένους Phoenix έχουν πλούσιο ριζικό σύστημα.

Μερικά φοινικοειδή για πολλά χρόνια δεν σχηματίζουν ευδιάκριτο κορμό, ενώ σε άλλα ο κορμός μένει στην νεανική φάση για αρκετά χρόνια. Ο κορμός τους ονομάζεται ψευδοκορμός, διότι σχηματίζεται από τους κολεούς των παλαιών φύλλων. Ο κορμός τους δεν έχει αγγειακό κάμβιο και έτσι δεν αναπτύσσεται σε διάμετρο όπως συμβαίνει στα δικοτυλήδονα. Οποιεσδήποτε πληγές στον κορμό του φοίνικα δεν επουλώνονται και έτσι δεν μπορεί να δημιουργηθεί νέος αγγειακός ιστός. Οι φοίνικες έχουν ένα μόνο ακραίο μερίστωμα ανά κορμό, την στεφάνη (καρδιά). Εάν το ακραίο μερίστωμα νεκρωθεί, τότε ο φοίνικας πεθαίνει (Elliott et al., 2004; Αγγελακόπουλος, 2008). Επίσης, από διάφορες πληγές εισέρχονται στο εσωτερικό του κορμού διάφορα έντομα (κυρίως ο ρυγχοφόρος Rhynchophorus ferrugineus) και μύκητες, με αποτέλεσμα πολλές φορές να προκαλούν το θάνατο του φοίνικα.

Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα ή μονογενή, σχηματίζουν απλή ή διακλαδισμένη ταξιανθία σπάδικα, που κατά τη νεαρή ηλικία, περιβάλλεται από μία ή περισσότερες σπάθες. Ο καρπός τους είναι ράγα ή δρύπη.
Τα φύλλα των φοινίκων είναι τα μεγαλύτερα φύλλα στο φυτικό βασίλειο. Η παραγωγή φύλλων είναι αργή, περίπου ένα φύλλο ανά μήνα. Περιφερειακά του ακραίου μεριστώματος υπάρχουν αρκετά φύλλα που έχουν διαφοροποιηθεί αλλά εξωτερικά ακόμα δεν είναι εμφανή. Γι’ αυτό, σε περίπτωση που το ακραίο μερίστωμα νεκρωθεί, η ζημιά μπορεί να φανεί μετά από 1 χρόνο ή και περισσότερο, δεδομένου ότι τα υγιή φύλλα συνεχίζουν να εξέρχονται από το εσωτερικό του φοίνικα (Elliott et al., 2004).

Στην Κύπρο, τα κυριότερα είδη που προσβάλλονται από διάφορους εντομολογικούς εχθρούς ((π.χ. το ρυγχοφόρο Rhynchophorus ferrugineus Olivier (Coleoptera: Curculionidae), το Paysandisia archon Burmeister (Lepidoptera: Castniidae), το Octodonta nipae Maulik (Coleoptera: Chrysomelidae: Cassidinae), κ.ά.)) είναι τα ακόλουθα: από το γένος Phoenix, ο Κανάριος φοίνικας Phoenix canariensis Chabaud, η χουρμαδιά P. dactylifera L. και ο φοίνικας P. roebelenii O’Brien (CABI, 2014), ενώ από άλλα γένη είναι η Ουασινγκτόνια Washingtonia filifera (Lindl.) H.Wendl., ο χαμέρωπας Chamaerops humilis L., και η αρεκάστρουμ Syagrus romanzoffiana (Cham.) Glassman. Επίσης, προσβολές κυρίως από τον ρυγχοφόρο καταγράφηκαν επίσης στα είδη Cycas revoluta Thunb. (Οικ. Cycadaceae), Washingtonia robusta H.Wendl., Ravenea rivularis Jum. & H.Perrier, κ.ά. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω είδη είναι όλα εισαγόμενα.

Κανάριος φοίνικας

Ο Κανάριος φοίνικας Phoenix canariensis (Εικ. 1) είναι ποικιλία φοίνικα που κατάγεται και φύεται σε φυσικό περιβάλλον στις Κανάριους Νήσους. Οι καρποί του (χουρμάδες) έχουν πορτοκαλο-κόκκινο χρώμα, είναι πιο μικροί από ότι της χουρμαδιάς Phoenix dactylifera (τα γνωστά φοινίκια) και είναι μη βρώσιμοι. Τα αρσενικά φοινικόδεντρα ξεχωρίζουν καθώς δεν κάνουν τσαμπιά με καρπούς και συνήθως έχουν πυκνότερη διάταξη φυλλώματος του κεντρικού μίσχου του φύλλου. Ο Κανάριος φοίνικας είναι μεγάλος, με παχύτερο κορμό και μεγαλύτερα, πιο βαθυ-πράσινου χρώματος φύλλα, σε σύγκριση με την χουρμαδιά P. dactylifera. Σε μεγάλη ηλικία το ύψος του μπορεί να φτάσει τα 15-30m, ενώ αντέχει σε θερμοκρασίες μέχρι -7oC. Είναι είδος που ευδοκιμεί κυρίως σε περιοχές με τροπικό και εύκρατο κλίμα, φυτεύεται σε πάρκα, δημόσιους χώρους, αυλές και κήπους οικιών, ξενοδοχειακές μονάδες, κ.ά. Κυριότεροι εχθροί του είναι ο ρυγχοφόρος R. ferrugineus και το P. archon.

Εικ.1 Ο Κανάριος φοίνικας Phoenix canariensis

Χουρμαδιά

Η χουρμαδιά Phoenix dactylifera (Εικ. 2) είναι είδος φοίνικα που φύεται στην Αραβική χερσόνησο, στην Βόρεια Αφρική, στη Μεσοποταμία του Ιράκ και κατά μήκος του Περσικού Κόλπου, στο Πακιστάν, την βορειοδυτική Ινδία και τα νοτιοδυτικά σύνορα του Αφγανιστάν. Το ύψος της φθάνει τα 20-30m. Έχει σχετικά λεπτό κορμό γκριζο-καφέ χρώματος, τα φύλλα έχουν μήκος 5.5-6m. Αντέχει σε θερμοκρασίες μέχρι -10οC και είναι απαιτητική σε φως και νερό. Οι καρποί της (χουρμάδες) είναι βρώσιμοι με μεγάλη θρεπτική αξία, διαθέτουν μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, με συχνότερα το κιτρινο-πορτοκαλί και πορτοκαλο-κόκκινο χρώμα. Καρποί παράγονται μόνο από τα θηλυκά δέντρα, συνήθως όταν κοντά τους φύονται αρσενικά που βοηθούν στη γονιμοποίηση, μέσω της γύρης των ανθών. Κυριότεροι εχθροί του είναι ο ρυγχοφόρος R. ferrugineus και το P. archon.

Εικ. 2 Η χουρμαδιά Phoenix dactylifera

Phoenix roebelenii

Ο φοίνικας Phoenix roebelenii (Εικ. 3) είναι μικρού ή μέτριου μεγέθους φοίνικας, με πολύ αργή ανάπτυξη. Το ύψος του φτάνει τα 2-3 m. τα φύλλα του έχουν μήκος 60–120 cm, χρώματος γκριζο-καφέ. Τα άνθη είναι μικρά, κιτρινωπά, τα οποία παράγονται σε ταξιανθία μήκους 45 cm περίπου. Οι καρποί του είναι μικροί και είναι βρώσιμοι.

Ο φοίνικας Phoenix roebelenii είναι πολύ δημοφιλές είδος στην κηποτεχνία. Για την ανάπτυξη του απαιτούνται θερμοκρασίες άνω των 10–16 °C. Χρειάζεται πολύ ελαφρύ κλάδεμα για την ανάπτυξη του είναι πολύ ανθεκτικός σε εντομολογικούς εχθρούς και κυρίως στο ρυγχοφόρο R. ferrugineus, ενώ αντέχει στις περιόδους ξηρασίας. Αναπτύσσεται τόσο σε σκιερούς χώρους όσο και σε χώρους με άπλετο ηλιακό φως.

Εικ. 3 Ο φοίνικας Phoenix roebelenii

Washingtonia spp.

Αφορά τα είδη Washingtonia filifera, W. robusta και το υβρίδιο W. filibusta. O φοίνικας Washingtonia filifera (Εικ. 4) κατάγεται από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Είναι αειθαλής φοίνικας, ύψους 10-15m, αργής ανάπτυξης, παράγει 2 σειρές φύλλων/έτος. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, παλαμοειδή, σύνθετα, ο μίσχος είναι μακρύς με σκληρά αγκάθια, ο οποίος καταλήγει σε στρογγυλή βεντάλια από πολυάριθμα φυλλάρια μήκους 2m περίπου, οι άκρες των οποίων καλύπτονται από μακριές υπόλευκες ίνες. Τα άνθη είναι λευκά σε πυκνούς μασχαλιαίους βότρεις, ανθίζει τον Ιούλιο–Αύγουστο. Έχει μεγάλη καλλωπιστική αξία που οφείλεται στην επιβλητική εμφάνιση του φυτού με τον ευδιάκριτο ισοδιαμετρικό ψευδοκορμό και τις χαρακτηριστικές εγκολπώσεις από τις ουλές των παλαιών φύλλων, τα μεγάλα, εντυπωσιακά φύλλα και τον τρόπο που είναι διατεταγμένα στο δένδρο (ρόδακας), καθώς και στις ευδιάκριτες, κρεμοκλαδείς με έντονο χρωματισμό ανθοταξίες.

Ο φοίνικας Washingtonia robusta κατάγεται από το Μεξικό, έχει ψηλό κορμό και φύλλωμα μόνο στην άκρη του (Εικ. 5). Τα φύλλα του έχουν σχήμα βεντάλιας με λευκές τρίχες στα άκρα και με τραχιά υφή. Αναπτύσσεται γρήγορα, απαιτεί άφθονο ηλιακό φως, έχει μικρές απαιτήσεις σε νερό και θεωρείται το κατεξοχήν φοινικοειδές των λεωφόρων και δρόμων, όπου λόγω των πολύ ψηλών κορμών τους δίνουν την εντύπωση φυσικών κιόνων (Φανουράκης, 2009). Οι φοίνικες Washingtonia filifera, W. robusta καθώς και το υβρίδιο W. filibusta θεωρούνται πολύτιμα φυτά για τις δενδροστοιχίες ξηροθερμικών περιοχών και χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό στην αρχιτεκτονική κήπων, δίνοντας την αίσθηση τροπικού δάσους. Κυριότερος εχθρός τους είναι ο ρυγχοφόρος R. ferrugineus (υπάρχουν αναφορές ότι το είδος W. robusta είναι ανθεκτικό στο ρυγχοφόρο, παρόλο που έχουν παρατηρηθεί προσβολές σε κάποιες χώρες).

Εικ. 4 Washingtonia filifera

Εικ. 5 Συστάδα με Washingtonia robusta

Chamaerops humilis

Ο χαμηλός χαμέρωπας Chamaerops humilis (Εικ. 6) είναι νανοειδές φοινικοειδές της δυτικής λεκάνης της Μεσογείου. Φύεται κυρίως σε βραχώδη τοπία και συναντάται στο Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Μάλτα, Ιταλία (Σικελία), Γιβραλτάρ, Ισπανία, Πορτογαλία και στη νότια Γαλλία. Τα φύλλα του έχουν πράσινο προς ελαφρώς ασημοπράσινα χρώμα, με αγκαθωτούς μίσχους που καταλήγουν σε βενταλοειδή φυλλάρια. Ο κορμός του είναι ελαφρώς τριχωτός και παράγει κίτρινα άνθη το καλοκαίρι και καφέ καρπούς το φθινόπωρο. Αναπτύσσεται αργά σε ξηρά εδάφη, το ύψος του φτάνει μέχρι τα 3m και έχει μεγάλες απαιτήσεις σε ήλιο και νερό. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες έως και -20οC. Ο πολλαπλασιασμός του φυτού γίνεται με σπόρους, ενώ περιφερειακά παράγει και παραφυάδες. Χρησιμοποιείται ευρέως σε μεμονωμένες ή ομαδικές φυτεύσεις σε διάφορους κήπους. Κυριότεροι εχθροί του είναι το P. archon και ο ρυγχοφόρος R. ferrugineus.

Εικ. 6 Ο χαμηλός χαμέρωπας

Trachycarpus fortunei

Ο «ανεμόμυλος» όπως αποκαλείται διεθνώς, είναι ιθαγενές των ορεινών περιοχών της νοτιοανατολικής Ασίας (Ταϊβάν, Κίνα) και είναι ένας από τους φοίνικες με μεγάλη αντοχή στην παγωνιά (Εικ. 7). Καλλιεργείται ευρέως για καλλωπιστικούς λόγους στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Είναι όμορφος και συμπαγής, το ύψος του μπορεί να φτάσει τα 12m. Είναι μονοστέλεχο φυτό και η διάμετρος του ψευδοκορμού του φτάνει τα 20-25cm, συνήθως γίνεται λεπτότερος από τη βάση προς την κορυφή. Τα νεαρά φύλλα είναι σκούρα πράσινα και όσο γερνούν γίνονται πιο χλωρωτικά, αποκτώντας αργυρό χρώμα. Τα φύλλα έχουν πλάτος περίπου 1m και η συνολική διάμετρος της κόμης φτάνει τα 3m. Αυτό το είδος φοίνικα είναι δίοικο, τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη συναντώνται σε διαφορετικά «δέντρα». Η ταξιανθία έχει μήκος περίπου 1m και αποτελείται από πολλές διακλαδώσεις, οι κορυφές των οποίων φέρουν κίτρινα άνθη. Περί τα τέλη του καλοκαιριού τα θηλυκά φυτά παράγουν καρπούς που έχουν χρώμα μπλε. Κυριότεροι εχθροί του είναι το P. archon και ο ρυγχοφόρος R. ferrugineus.

Εικ. 7 Ο φοίνικας Trachycarpus fortunei

Syagrus romanzoffiana

Ο φοίνικας Syagrus romanzoffiana ή αρεκάστρουμ (Εικ. 8) συναντάται με διάφορα ονόματα όπως Arecastrum romanzoffiana ή Cocos plumosa. Είναι φοινικοειδές που φτάνει τα 10-15m ύψος. Ο κορμός του έχει διάμετρο από 20-50cm. Οι καρποί του έχουν λαμπερό πορτοκαλί χρώμα. Φύεται σε αμμώδη εδάφη, είναι πολύ απαιτητικός σε μαγγάνιο και απαιτεί άφθονο ηλιακό φως. Αντέχει πολύ στην ξηρασία αλλά για καλύτερη εμφάνιση και γρήγορη ανάπτυξη, καλύτερα να αρδεύεται τουλάχιστο 1 φορά την βδομάδα. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες μέχρι -80C. Στην Κύπρο, τα τελευταία χρόνια αυτός ο φοίνικας φυτεύεται ευρέως. Κυριότερος εχθρός του είναι το κολεόπτερο Octodonta nipae (Maulik) (Coleoptera: Chrysomelidae: Cassidinae), ενώ προσβολές παρατηρήθηκαν και από το ρυγχοφόρο R. ferrugineus.

Εικ. 8 Ο φοίνικας Syagrus romanzoffiana

Βιβλιογραφία

  1. CABI. 2014. Invasive species compendium. Rhynchophorus ferrugineus. http://www.cabi.org/isc/datasheet/47472
  2. Elliott, M. L., Broschat, T. K., Uchida, J. Y., and Simone, G. W. 2004. Compendium of Ornamental Palm Diseases and Disorders. American Phytopathological Society, pp. 69.
  3. Hickey, M. and King, C.J. 1981. 100 Families οf Flowering Plants. Cambridge University Press, London. 567p.
  4. Αγγελακόπουλος, Κ. 2008. Εξάπλωση, έγκαιρη διάγνωση της προσβολής και αντιμετώπιση του Rhynchophorus ferrugineus. Πτυχιακή εργασία. ΑΤΕΙ Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα θερμοκηπιακών καλλιεργειών και ανθοκομίας. 86 σελ.
  5. Ορφανάκη Ε. 2011. Πληθυσµιακή µελέτη του κόκκινου ρυγχωτού κάνθαρου (Rhynchophorus ferrugineus) στη βόρεια ακτογραµµή της Κρήτης από Καρτερό έως Μίλατο. Πτυχιακή εργασία. ΑΤΕΙ Κρήτης, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τμήμα θερμοκηπιακών καλλιεργειών και ανθοκομίας. 90 σελ.
  6. Φανουράκης, Ν. 2009. Τα νεοεισαγόμενα έντομα των φοινικοειδών Rhynchophorus ferrugineus και Paysandisia archon στη χώρα μας. Πτυχιακή εργασία. ΑΤΕΙ Κρήτης, Ηράκλειο. 92 σελ.

Kαινοτόμες μέθοδοι και εργασίες στο Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών

Θεοδώρα Καπαρή
ΑΛΓΕ, Κλάδος Φυτοπροστασίας

Το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών (ΙΓΕ) εργάζεται για 50 χρόνια στο Τομέα της εφαρμοσμένης γεωργικής έρευνας και αποτελεί πρότυπο κέντρο γνώσης και καινοτομίας με κύριο στόχο  να οδηγήσει την Κύπρο σε ένα καλύτερο μέλλον ενισχύοντας την αγροτική ανάπτυξη, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής και διασφαλίζοντας την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων.

Κατά την διάρκεια των χρόνων λειτουργίας του το ΙΓΕ έχει αναπτύξει και εφαρμόσει πολλές επιστημονικές μεθόδους. Σήμερα, εφαρμόζονται πολλές νέες καινοτόμες μέθοδοι και εργασίες που είτε εισήχθηκαν είτε αναπτύχθηκαν από επιστήμονες του ΙΓΕ και χρησιμοποιούνται στα πλαίσια των εργασιών μας.

Οι μέθοδοι αυτές, πολλές από τις οποίες εφαρμόζονται στην Κύπρο μόνο από το ΙΓΕ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διερεύνηση και επίλυση πολλών προβλημάτων του αγροτικού κόσμου και του περιβάλλοντος καθώς και για εκπαίδευση φοιτητών και άλλων επιστημόνων. Επίσης, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για επαγγελματική δραστηριοποίηση από νέους επιστήμονες ή επιχειρηματίες.

Οι κυριότερες από τις μεθόδους όπως εφαρμόζονται από τους διαφόρους Κλάδους του ΙΓΕ είναι:

Α. Κλάδος Λαχανοκομίας/Ανθοκομίας

Το Εργαστήριο Μετασυλλεκτικής Τεχνολογίας (ΕΜΤ) του ΙΓΕ ασχολείται με τον προσδιορισμό της ποιότητας και διατηρησιμότητας σε ακέραια ή μερικώς κατεργασμένα  νωπά οπωροκηπευτικά σε σχέση με προσυλλεκτικούς παράγοντες (ποικιλίες, υποκείμενα εμβολιασμού, καλλιεργητικές πρακτικές) και μετασυλλεκτικούς παράγοντες (συνθήκες διατήρησης  και μετασυλλεκτικές εφαρμογές φυτοπροστασίας,  πρόληψης φυσιολογικών ανωμαλιών, καταστολής της αναπνευστικής δραστηριότητας και παραγωγής αιθυλενίου).

Το ΕΜΤ δραστηριοποιείται στη μελέτη της ποιότητας σε νωπά οπωροκηπευτικά (φρούτα, λαχανικά, άνθη) σε σχέση με τη διαδικασία φυσικής ή τεχνητής ωρίμασης, τις πρακτικές συγκομιδής, μετασυλλεκτικής διαχείρισης, συσκευασίας, μερικής κατεργασίας (minimal processing) και ψυκτικής διατήρησης τους.

Βασικό άξονα οργάνωσης του εργαστηρίου αποτελεί η ολοκληρωμένη αξιολόγηση της ποιότητας και διατηρησιμότητας νωπών οπωροκηπευτικών μέσα από τον αναλυτικό προσδιορισμό των συνισταμένων τους:

  1. Μορφολογικά χαρακτηριστικά
  2. Μηχανική υφή
  3. Χρώμα
  4. Χημική σύσταση
  5. Βιοχημικοί δείκτες
  6. Φυσιολογικοί δείκτες
  7.  Οργανοληπτικά χαρακτηριστικά

Β. Κλάδος Αγροβιοτεχνολογίας

  1. Μοριακό και βιοχημικό αποτύπωμα μικροοργανισμών στο περιβάλλον και τα τρόφιμα
  2. Απομόνωση και ταυτοποίηση μικροοργανισμών σε περιβαλλοντικά δείγματα
  3. Ανάπτυξη μοριακών δεικτών για την αναγνώριση και διάκριση μικροοργανισμών.
  4. Μελέτη και αξιολόγηση συστημάτων ως προς την αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή τους δράση
  5. Μεταγονιδιωματική μελέτη βιολογικών συστημάτων
  6. Μελέτη της γονιδιακής έκφρασης σε βιολογικά συστήματα που έχουν άμεση σχέση με τη γεωργία
  7. Γενετικός έλεγχος σε ότι αφορά το scrabie
  8. Μελέτη της μοριακής ανθεκτικότητας εχθρών των φυτών σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα
  9. Μέθοδοι απορρύπανσης ξενοβιοτικών ουσιών στο περιβάλλον (γεωργικά φάρμακα, αρωματικοί υδρογονάνθρακες)
  10. Απομόνωση και επιλογή μικροφυκών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και άλλων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Γ. Κλάδος Φυτοπροστασίας

Ο Κλάδος Φυτοπροστασίας έχει προσαρμοστεί στις σύγχρονες ερευνητικές αντιλήψεις και απαιτήσεις, υιοθετώντας μια νέα διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει τομείς της κλασσικής φυτοπαθολογίας, της μοριακής βιολογίας και της βιοτεχνολογίας. Η εφαρμογή των νέων τεχνικών γίνεται στα αναβαθμισμένα εργαστήρια του Κλάδου για τη διάγνωση ασθενειών που εντοπίζονται στις καλλιέργειες της Κύπρου, καθώς και ασθενειών καραντίνας που δεν υπάρχουν στο νησί, με στόχο την αποτροπή της εισαγωγής και της εξάπλωσης νέων επιβλαβών οργανισμών. Νέες μέθοδοι που εφαρμόζονται στον Κλάδο Φυτοπροστασίας είναι:

  1. Ταυτοποίηση ιολογικών, μυκητολογικών και βακτηριολογικών ασθενειών σε σολανώδη (τομάτα, πατάτα, πιπεριά), κολοκυνθοειδή (αγγουριά, πεπονιά, κολοκυθιά, καρπουζιά), ψυχανθή (φασολιά, λουβί)
  2. Διάγνωση ασθενειών
  3. Μοριακή ανίχνευση φυτικών ασθενειών
  4.  Εξυγίανση με μικροεμβολιασμό in vitro
  5.  Παραγωγή υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού
  6. Μέθοδος διάγνωσης ιοειδών εσπεριδοειδών in vitro
  7. Θερμοθεραπεία και μικροεμβολιασμός
  8. Χημειοθεραπεία
  9. Μεριστωματική καλλιέργεια in vitro
  10. Μικροπολλαπλασιασμός in vitro
  11. Εκτροφή “ωφέλιμων” εντόμων
  12.  Ανάπτυξη αυτόματου συστήματος παρακολούθησης της Μύγας της Μεσογείου (Ceratitis capitata), του Δάκου της ελιάς (Bactrocera oleae) και της κόκκινης ψώρας των εσπεριδοειδών (Aonidiella aurantii), με τη Χρήση Δικτύων Ασύρματης Τεχνολογίας.

Δ. Κλάδος Εγγείων Βελτιώσεων

Καινοτόμες τεχνικές για εξοικονόμηση νερού άρδευσης στις υδροπονικές καλλιέργειες, στα θερμοκήπια και στις υπαίθριες καλλιέργειες «Προσαρμογή της γεωργικής παραγωγής στην κλιματική αλλαγή και στους περιορισμένους υδατικούς πόρους». Επίσης έμφαση δίνεται στην κατανόηση των μηχανισμών σχετικά με τις αναλογίες των μακροκατιόντων καθώς και της αλληλεπίδρασης τους με τη συνολική συγκέντρωση ιόντων στα θρεπτικά διαλύματα «Επίδραση διαφορετικών αναλογιών K: Ca :Mg στα φυτά όταν τα νερά άρδευσης περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις αλάτων» στα πλαίσια της αποφυγής της σπατάλης λιπασμάτων με οικονομικό και περιβαλλοντικό όφελος.

Επιπλέον, αξιολογείται, τόσο σε συστήματα υδροπονίας όσο και πραγματικές συνθήκες αγρού, η πρόσληψη από τα φυτά ενεργών φαρμακευτικών ουσιών, ξενοβιοτικών ουσιών και αναδυόμενων ρύπων (pharmaceuticals, compounds of emerging concern) που ανιχνεύονται σε ίχνη στο επεξεργασμένο νερό. Επίσης γίνεται αξιολόγηση της επαγωγής της αντοχής φυτών σε διάφορους αβιοτικούς παράγοντες καταπόνησης μέσω της βιολογικής διέγερσης των φυτών (priming) με την προ-μεταχείριση των φυτών με διάφορα μόρια σήματος. Η επαγωγή της αντοχής αξιολογείται με την μελέτη φυσιολογικών, βιοχημικών και μοριακών δεικτών αντοχής.

Στον τομέα της εδαφικής οικολογίας διερευνάται η δυνατότητα ταχείας εκτίμησης του δυναμικού ανοργανοποίησης αζώτου οργανικών υλικών, όπως κομπόστ και κοπριάς, μετά την ενσωμάτωσή τους στο έδαφος, για την ορθολογική λίπανση των καλλιεργειών και τον περιορισμό της έκπλυσης νιτρικών.

E. Κλάδος Βελτίωσης Φυτών

Στον Κλάδο Βελτίωσης Φυτών εφαρμόζονται εξειδικευμένες και παγκοσμίως καινοτόμες μέθοδοι βελτίωσης με στόχο τη δημιουργία ποικιλιών που είναι καλά προσαρμοσμένες στο ιδιαίτερο περιβάλλον της Κύπρου και που ανταποκρίνονται καλά στην Κλιματική αλλαγή. Οι καινοτομίες αφορούν

  1. Εξειδικευμένη δυνατότητα επιλογής στο επίπεδο του ατομικού φυτού
  2. Πρωτοποριακά σχέδια επιλογής που εξουδετερώνουν την αρνητική επίδραση της εδαφικής ετερογένειας
  3. Σειρά καινοτόμων δεικτών επιλογής

Οι προοπτικές που προσφέρονται είναι πρακτικά ανεξάντλητες και αφορούν τόσο την επιλογή των πιο κατάλληλων γενετικών υλικών για τη δημιουργία νέων ποικιλιών με μειωμένο κόστος σε οποιοδήποτε φυτικό είδος, όσο και τη δυνατότητα φαινοτύπισης ακριβείας, καθώς και τη δυνατότητα δημιουργίας καταλλήλων γενοτύπων για εξειδικευμένα πειράματα στο μοριακό επίπεδο.

Ιώσεις και Παραγωγή Υγιούς Πολλαπλασιαστικού Υλικού Πυρηνοκάρπων στην Κύπρο

Θεοδώρα Καπαρή-Ησαϊα
Ανώτερος Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών
Κλάδος Φυτοπροστασίας

Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο με τίτλο «Ιώσεις και Παραγωγή Υγιούς Πολλαπλασιαστικού Υλικού Πυρηνοκάρπων στην Κύπρο» εδώ

Ιοί που μεταδίδονται με αλευρώδεις στην Ανατολική Μεσόγειο

Λάμπρος Παπαγιάννης
Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών Α’

Παρουσίαση του Δρ Λάμπρου Παπαγιάννη, Λειτουργού Γεωργικών Ερευνών Α, του Κλάδου Φυτοπροστασίας, με θέμα «Ιοί που μεταδίδονται με αλευρώδεις στην Ανατολική Μεσόγειο»

Review 2010-2011

The Agricultural Research Institute Review for 2010-2011

Κυκλοφόρησε η νέα έκδοση του e-Newsletter του ΙΓΕ

Γιώργος Αδαμίδης
Ανώτερος Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών

Κυκλοφόρησε η νέα έκδοση του ηλεκτρονικού ενημερωτικού δελίτου του ΙΓΕ (e-Newsletter), το οποίο καλύπτει νέα και δραστηριότητες των μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου, 2012. Διαβάστε το εδώ!

ARI e-Newsletter

Για όσους ενδιαφέρονται να το λαμβάνουν στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο, στείλτε μας σχετικό μήνυμα μέσω email στο info@ari.gov.cy