Η προοπτική της υδροπονικής καλλιέργειας στην Κύπρο

Δρ Δαμιανός Νεοκλέους
Ανώτερος Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών

Σήμερα οι Υδροπονικές καλλιέργειες και οι αυτοματισμοί στα θερμοκήπια είναι οι πιο σύγχρονες τεχνολογίες που υπάρχουν παγκόσμια στον τομέα των θερμοκηπιακών καλλιεργειών. Αυτές οι μέθοδοι αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή των συστημάτων ακριβείας στη γεωργία και οι υδροπονικές καλλιέργειες είναι αναπόσπαστο κομμάτι. Στην Κύπρο η υδροπονία χρησιμοποιείται πολύ περιορισμένα και όπου εφαρμόζεται δεν γίνεται πλήρης εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει. Η ανάπτυξη αυτού του τομέα στη χώρα μας θα συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των θερμοκηπιακών εκμεταλλεύσεων και θα προσφέρει διέξοδο από τις δημιουργούμενες λόγω της κλιματικής αλλαγής συνθήκες.

Υδροπονική καλλιέργεια φυτών τομάτας

Για την ανάπτυξη αυτού του τομέα στη χώρα μας, απαιτείται πρωτίστως ένα ψηλό επίπεδο γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Εντελώς απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού συστήματος μεταφοράς και εφαρμογής της αποκτούμενης τεχνογνωσίας, στους τελικούς χρήστες. Στον τομέα αυτό παρουσιάζονται ελλείψεις και αδυναμίες. Για το σκοπό αυτό το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών προχώρησε στη δημιουργία ενός κέντρου εκπαίδευσης σε θέματα υδροπονίας, στον Πειραματικό Σταθμό στο Ζύγι.

Η λέξη υδροπονία (hydroponics) παράγεται από δύο ελληνικές λέξεις: Ύδωρ (hydro) που σημαίνει νερό και πόνος (ponos) που σημαίνει εργασία δηλαδή η εργασία με το νερό. Η Υδροπονία είναι μια τεχνολογικά εξελιγμένη μέθοδος γεωργικής παραγωγής η οποία επεκτείνεται συνεχώς σε όλο τον κόσμο όπου η χρησιμοποίηση της επιστημονικής γνώσης και της τεχνολογίας δίνουν νέες διαστάσεις στις δυνατότητες της γεωργικής παραγωγής.

Με τη μέθοδο της υδροπονίας τα φυτά καλλιεργούνται εκτός του φυσικού εδάφους είτε πάνω σε αδρανή υποστρώματα ή σε θρεπτικά διαλύματα. Το θρεπτικό διάλυμα είναι ένα αραιό υδατικό διάλυμα όλων των θρεπτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για τα φυτά. Τα υποστρώματα υποκαθιστούν πλήρως το έδαφος ως μέσο ανάπτυξης των φυτών.

Όπως όλα τα πράγματα, η Υδροπονία μπορεί να δώσει καλά ή κακά αποτελέσματα αναλόγως του χρήστη και των αποτελεσμάτων που επιδιώκει. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μαζική παραγωγή και να παράγει προϊόντα χωρίς γεύση και άρωμα αλλά όμως, μπορεί και να παράγει τα ίδια προϊόντα με τις καλύτερες θρεπτικές ιδιότητες, με πλούσια γεύση και άρωμα. Επίσης μπορεί να μολύνει το περιβάλλον αλλά όμως, μπορεί και να χρησιμοποιηθεί οικολογικά με σεβασμό στο περιβάλλον, ικανή να θρέψει μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού με ποιοτικά τρόφιμα. Εκτός από την εκτενή έρευνα που διεξάγεται, με την υδροπονία απλοί άνθρωποι έφτιαξαν απλά συστήματα για να καλλιεργούν εύγευστα προϊόντα για την οικογένεια και τους φίλους τους και εκπαιδευτικοί έχουν καταλάβει τις εκπληκτικές εφαρμογές που μπορεί να προσφέρει η μέθοδος της υδροπονίας στην τάξη.

Γενικά διεθνώς, στην επιχειρηματική παραγωγή δεν υπάρχει μια μέθοδος υδροπονικής καλλιέργειας που να δίνει το καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις. Το βέλτιστο σύστημα καθορίζεται από παράγοντες όπως: κλίμα, κόστος πρώτων υλών, ενέργειας, εργασίας και το επίπεδο των γνώσεων.

Οι μέθοδοι που εφαρμόζονται περισσότερο σήμερα στον κόσμο είναι καλλιέργεια σε ορυκτοβάμβακα (Rockwool), μεμβράνη θρεπτικού διαλύματος (NFT) και ίνες καρύδας (Cocosoil). Στην Κύπρο η υδροπονική καλλιέργεια σε εμπορική κλίμακα άρχισε μετά το 1996 και περιορίζεται κυρίως σε καλλιέργεια λαχανικών (63%) και ανθοκομικών φυτών (37%). Τα κύρια υποστρώματα που χρησιμοποιούνται είναι ορυκτοβάμβακας 45%(Rockwool) και ίνες καρύδας 45%(Cocosoil).

Η κυπριακή γεωργία, αν και έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε πολλούς τομείς, υστερεί στην εφαρμογή γεωργικών συστημάτων ακριβείας και τη χρήση τεχνολογικού εξοπλισμού υψηλού επιπέδου στα θερμοκήπια. Η απόφαση βασίζεται στα οικονομικά της παραγωγής, με μια προδιάθεση προς λύσεις με τις λιγότερο ακριβές και με τις λιγότερο τεχνικές απαιτήσεις, εάν η προκύπτουσα παραγωγή επιτρέπει επαρκή κέρδη. Υπάρχουν όμως καταστάσεις όπου απαιτούνται πιο ακριβά συστήματα, είτε γιατί δεν είναι διαθέσιμο κατάλληλο έδαφος, ή γιατί η κατάσταση είναι τόσο ανταγωνιστική που απαιτεί επιπρόσθετη παραγωγή, πράγμα που επιτυγχάνεται με τις μεθόδους καλλιέργειας χωρίς έδαφος.

Στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε σχετική αύξηση στην έκταση που καταλαμβάνει η υδροπονία στον τομέα των θερμοκηπιακών καλλιεργειών λόγω της προώθησης των υδροπονικών καλλιεργειών μέσω του Σχεδίου Αγροτικής Ανάπτυξης αλλά και λόγω της αποδοτικότερης χρήσης του υπόλοιπου εξοπλισμού του θερμοκηπίου, του περιοριστικού παράγοντα νερού και κατά συνέπεια των αυξημένων αποδόσεων και της πολύ καλής ποιότητας των προϊόντων. Για παράδειγμα αναφέρω ότι το 1996 λειτουργούσε μόνο μια μονάδα υδροπονίας έκτασης 14 δεκαρίων ενώ σήμερα υπάρχουν αρκετές μονάδες συνολικής έκτασης 266 δεκαρίων.

Υδροπονική καλλιέργεια φυτών φράουλας

Είναι φανερό ότι στη χώρα μας η εμπειρία τόσο της υδροπονικής καλλιέργειας όσο και της καλλιέργειας σε υποστρώματα είναι περιορισμένη και σίγουρα απαιτείται περισσότερη εκπαίδευση, τεχνοκρατική επάρκεια και δυνατότητα μεταφοράς της τεχνογνωσίας για να βοηθήσουμε ουσιαστικά τους παραγωγούς που θέλουν να εφαρμόσουν αυτή την τεχνική καλλιέργειας. Πολλές φορές υπερσύγχρονα χωρίς έδαφος συστήματα έχουν απογοητεύσει και είναι αμφισβητήσιμη η χρήση τους για παραγωγή καλλωπιστικών και λαχανικών εφόσον δεν υπάρχει η απαραίτητη γνώση και τεχνικός έλεγχος. Επίσης οι καλλιεργητές πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερβολική ή και αλόγιστη χρήση χημικών προϊόντων και νερού με όλες τις δυσμενείς συνέπειες όταν δεν γίνεται ορθολογική εφαρμογή της τεχνικής αυτής.

Ήδη η Κύπρος, όπως και πολλές άλλες χώρες της Μεσογείου, έχουν σοβαρό πρόβλημα τόσο με την ποσότητα όσο και με την ποιότητα του νερού για άρδευση όπως και με την ρύπανση των υπογείων υδάτων. Αν συνυπολογίσουμε ότι τα εδάφη υφίστανται υποβάθμιση χρόνο με τον χρόνο λόγω της εντατικής χρήσης τους τότε καταλαβαίνουμε ότι η ανάπτυξη των υδροπονικών καλλιεργειών, είτε αυτούσια όπως εφαρμόζονται σε άλλες χώρες (με τον κίνδυνο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να χαρακτηριστούν ως ανεδαφικές) ή τροποποιημένες στις τοπικές συνθήκες της χώρας μας θα συμβάλλουν στην αύξηση και βελτίωση της παραγωγής, τον εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων με πιο σύγχρονες επιδιώξεις, όπως η βελτίωση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων και η προστασία του περιβάλλοντος.

Οι Οργανώσεις Παραγωγών στην Κύπρο: Εμπειρική Έρευνα

Ανδρέας Στυλιανού
Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για να είναι ισχυροί και δυνατοί, οι αγρότες πρέπει να είναι οργανωμένοι και ενωμένοι. Μόνο όταν υπάρχει συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ τους πετυχαίνουν τους στόχους τους και επιβιώνουν στο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, οι αγρότες πρέπει να οργανώνονται σε Ομάδες και Οργανώσεις Παραγωγών (Ο.Π), οι οποίες ευνοούνται και προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Οι Ο.Π είναι εθελοντικές οργανώσεις οι οποίες ελέγχονται και διοικούνται από τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτές-τους αγρότες. Κύριος σκοπός μιας Ο.Π είναι να ενώσει ξεχωριστούς και ανεξάρτητους αγρότες, για να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί μέσω των οικονομιών κλίμακας και κατ’ επέκταση να αυξήσουν το εισόδημά τους, αλλά και να αποκτήσουν διαπραγματευτική δύναμη. Γενικότερα, οι Ο.Π ιδρύονται και διοικούνται με στόχο να εξυπηρετήσουν τις αμοιβαίες ανάγκες των ιδιοκτητών-μελών τους.

Σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν 24 αναγνωρισμένες Ο.Π. σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων: εσπεριδοειδή, φρούτα και λαχανικά, μπανάνες, ακατέργαστος καπνός, ελαιόλαδο και επιτραπέζιες ελιές, βιολογικό ελαιόλαδο και επιτραπέζια ελιά, πατάτες, αγελαδινό γάλα και βόειο κρέας, χοίρειο κρέας. Σημειώνεται ότι, για σημαντικούς τομείς της Κυπριακής Γεωργίας, όπως είναι τα οινοποιήσιμα σταφύλια, τα σιτηρά, τα πουλερικά και τα αιγοπρόβατα, δεν υπάρχουν Ο.Π.

Οι Ο.Π μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην προσαρμογή της παραγωγής και των αποδόσεων των παραγωγών στις απαιτήσεις της αγοράς, στη διευκόλυνση της διάθεσης των προϊόντων, στην εφαρμογή κοινών κανόνων παραγωγής, ιδίως σε θέματα ποιότητας, προστασίας του περιβάλλοντος, εφαρμογής συστημάτων ολοκληρωμένης διαχείρισης της παραγωγής και βιολογικής παραγωγής, στη θέσπιση κοινών κανόνων για τις πληροφορίες σχετικά με την παραγωγή, με ιδιαίτερη έμφαση στη συγκομιδή και τη διάθεσή της και, κυρίως, στον προγραμματισμό της παραγωγής και στη δημιουργία κλίματος οικονομίας νερού, ώστε η γεωργική παραγωγή να προσαρμόζεται με αποτελεσματικότητα στη διαθέσιμη, εκάστοτε, ποσότητα νερού για άρδευση.

Τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ο.Π στην Κύπρο, είναι ο χαμηλός βαθμός οργάνωσής τους, η έλλειψη οποιασδήποτε συνεργασίας μεταξύ τους, οι πεπαλαιωμένες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός που χρησιμοποιούν και οι έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις από τους παραγωγούς που δεν έχουν ενταχθεί σε Ο.Π.

Σε έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών (ΙΓΕ) την περίοδο 2010/11 σε δείγμα 651 αγροτών, ένα μεγάλο ποσοστό (58.8%) θεωρεί την εμπορία αγροτικών προϊόντων ως ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος της αγροτικής οικονομίας στην Κύπρο, τονίζοντας κυρίως τον ρόλο των μεσαζόντων στη διαμόρφωση της τελικής τιμής (τιμή καταναλωτή) των αγροτικών προϊόντων. Σύμφωνα με τους ίδιους τους αγρότες οι μεσάζοντες απολαμβάνουν υψηλά εισοδήματα σε αντίθεση με αυτούς που πωλούν τα προϊόντα τους σε χαμηλές και πολλές φορές εξευτελιστικές τιμές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τους παραγωγούς που είναι μέλη σε κάποια Ο.Π. το 61.5% θεωρεί το πρόβλημα της εμπορίας και την ύπαρξη μεσαζόντων ως ένα από τα βασικότερα προβλήματα του Κυπριακού αγροτικού τομέα.

Από την ίδια έρευνα προέκυψε ότι ένα σημαντικό ποσοστό (45.5%) του συνολικού δείγματος είναι μέλη σε Ο.Π. Από αυτούς το 19.9% δεν ενημερώνεται καθόλου από τις Ο.Π. ενώ οι υπόλοιποι (80.1%) λαμβάνουν κάποιου είδους πληροφόρηση (λίγη, αρκετή, πολύ, πάρα πολύ) από τις οργανώσεις στις οποίες ανήκουν (Εικόνα 1). Επίσης, από τους αγρότες που είναι μέλη σε Ο.Π. το 22.6% δηλώνουν ότι δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι από την πληροφόρηση που τους παρέχουν οι οργανώσεις τους ενώ ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό (34.5%) δηλώνει πολύ ικανοποιημένο. Από το συνολικό δείγμα της έρευνας το 58.5% (είτε είναι μέλη είτε όχι σε κάποια Ο.Π.) δηλώνει ότι ο ρόλος των Ο.Π. στην ενημέρωσή τους είναι (ή θα μπορούσε να είναι) πολύ σημαντικός.

Περισσότερο οργανωμένοι φαίνεται να είναι οι αγελαδοτρόφοι και οι πατατοκαλλιεργητές. Συγκεκριμένα οι πρώτοι αποτελούν το 6.4% του συνολικού δείγματος από το οποίο το 4.8% δηλώνει ότι ανήκει σε Ο.Π. Οι πατατοκαλλιεργητές αποτελούν το 10.3% του συνολικού δείγματος από το οποίο το 8.4% είναι μέλη σε Ο.Π. Αρκετή οργάνωση φαίνεται να υπάρχει και στους καλλιεργητές λαχανικών/αρωματικών φυτών μια και οι μισοί από αυτούς που συμμετείχαν στην έρευνα (14.3% του συνολικού δείγματος ήταν καλλιεργητές λαχανικών/αρωματικών φυτών) ανήκουν σε Ο.Π. Το ίδιο ισχύει και για τους χοιροτρόφους από τους οποίους περισσότεροι από τους μισούς που συμμετείχαν στο δείγμα (2.8% του συνολικού δείγματος ήταν χοιροτρόφοι) δηλώνουν ότι είναι μέλη σε Ο.Π. Πολύ μικρή οργάνωση φαίνεται να υπάρχει στους αιγοπροβατοτρόφους οι οποίοι αποτελούν το 11.4% του συνολικού δείγματος και εκ των οποίων μόνο το 3.4% δηλώνει ότι είναι οργανωμένο.

Επιπρόσθετα, το 77% από αυτούς που είναι μέλη σε οργάνωση είναι πλήρους απασχόλησης. Αυτό δείχνει ότι οι τελευταίοι επιδιώκουν την οργάνωση ενώ οι μερικής απασχόλησης παραγωγοί πιθανόν να διαθέτουν διαφορετικά την παραγωγή τους ή να τη χρησιμοποιούν για αυτοκατανάλωση.

Γενικότερα, από την έρευνα του ΙΓΕ (2010/11) προκύπτει ότι οι παραγωγοί θεωρούν σημαντικές τις Ο.Π. για την επιβίωση τους, αλλά ταυτόχρονα πιστεύουν ότι αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα για τη λύση των οποίων πρέπει να βοηθήσουν τα αρμόδια τμήματα. Από την άλλη, αρκετοί παραγωγοί, κυρίως μικροί, εκφράζουν την επιθυμία να οργανωθούν σε Ο.Π. γεγονός που καταδεικνύει τη σπουδαιότητα των οργανώσεων για αυτούς. Παράλληλα, πιστεύουν ότι αν οργανωθούν σε αποτελεσματικές και σωστά δομημένες Ο.Π. θα τους βοηθήσει να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό και τις απαιτήσεις της αγοράς. Αρκετοί από αυτούς υποστηρίζουν ότι η οργάνωση τους σε Ο.Π. αποτελεί ίσως, το μοναδικό μέσο για την επιβίωση τους. Τέλος, σχετικά με την ενημέρωσή τους, αν και αρκετοί αγρότες δηλώνουν ικανοποιημένοι από την πληροφόρηση που τους παρέχουν οι Ο.Π., ωστόσο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν πολύ σημαντικότερο ρόλο αν λειτουργούσαν πιο σωστά και πιο αποτελεσματικά, και κυρίως προς το συμφέρον του Κύπριου αγρότη.

Εικόνα 1. Ενημέρωση αγροτών μέσω των Ο.Π. στις οποίες είναι μέλη. Η βάση (100%) στην εικόνα είναι το 45.5% το οποίο υποδηλώνει το ποσοστό των αγροτών από το συνολικό δείγμα που είναι μέλη σε Ο.Π.

ENPI CBCMED – Second call for standard projects

Σύνδεσμος

Πολύκαρπος Πολυκάρπου
Πρώτος Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών

ENPI CBCMED logo 2η Πρόσκληση Υποβολής Προτάσεων Έργων (Standard Projects) για το Πρόγραμμα Διασυνοριακής Συνεργασίας ENPI MED