Έρευνα και ενδιαφέρον για τα Αρωματικά και Φαρμακευτικά Φυτά στην Κύπρο

Κωνσταντίνα Σταυρίδου,
Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών

Τα αρωματικά φυτά, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Τμήματος Γεωργίας, καλλιεργούνται σε μια έκταση 1500 δεκαρίων περίπου. Οι ιδανικές εδαφοκλιματικές συνθήκες της Κύπρου, οι σχετικά μικρές απαιτήσεις σε νερό και κεφαλαιουχικές επενδύσεις που απαιτούνται για την εγκατάστασή τους και οι καλές προοπτικές εμπορίας καθιστούν τα αρωματικά φυτά μια δυναμική καλλιέργεια με πολλές δυνατότητες. Δεν είναι όμως εφικτό να προχωρήσει απρόσκοπτα η καλλιέργειά τους χωρίς την υποστήριξη της έρευνας, η οποία έχει ξεκινήσει από το ΙΓΕ ήδη από το 1997, ενώ σε ορισμένα θέματα, όπως η αποξήρανση των αρωματικών φυτών, υπάρχει συνεργασία με το Τμήμα Γεωργίας.

Τα ερευνητικά προγράμματα που διεξήχθησαν επικεντρώθηκαν στις παρακάτω δραστηριότητες: Εντοπισμός και αξιολόγηση κλώνων ντόπιας ρίγανης, διαχείριση αρωματικών φυτών, ορθολογιστική χρήση νερού με στόχο τη βελτιστοποίηση παραγωγής και ποιότητας, καταπολέμηση ζιζανίων, χημικές αναλύσεις, μικροπολλαπλασιασμός αρωματικών φυτών και μελέτη της οικονομικότητας αρωματικών φυτών.

Από τα πειράματα αξιολόγησης των κλώνων της ντόπιας ρίγανης προέκυψε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των διαφόρων κλώνων τόσο στην παραγωγή όσο και στην περιεκτικότητα σε λάδι. Ο καλύτερος κυπριακός κλώνος από αυτούς που δοκιμάστηκαν είναι ο «Κάμπος». Για τη ρίγανη πραγματοποιήθηκαν πειράματα αποστάσεων φύτευσης σε διάφορους συνδυασμούς. Στο Ζύγι η υψηλότερη παραγωγή προέκυψε από το συνδυασμό 60×30 cm, με 5,5 φυτά/m².

Όσον αφορά τις ετήσιες απαιτήσεις της ρίγανης σε νερό ανέρχονται σε 400 mm περίπου, του φασκόμηλου ξεκινούν από 300-320 mm και της λεβάντας από 240 mm για νεαρές φυτείες και αυξάνονται τα επόμενα χρόνια στα 400 και 350 mm αντίστοιχα. Περιορισμός στην άρδευση μειώνει την παραγωγή τόσο σε φρέσκο όσο και αποξηραμένο εμπορεύσιμο προϊόν και στα τρία αρωματικά φυτά που μελετήθηκαν. Ελαττώνει, επίσης, το ποσοστό του παραγόμενου αιθέριου ελαίου.

Για την αντιμετώπιση των ζιζανίων έγιναν δοκιμές με διάφορα προφυτρωτικά και μεταφυτρωτικά ζιζανιοκτόνα σε σχεδόν όλα τα είδη των αρωματικών φυτών και επιλέγηκαν τα καταλληλότερα για κάθε είδος. Ιδιαίτερα για το βασιλικό, καλύτερα αποτελέσματα για την καταπολέμηση των ζιζανίων έδωσε η εδαφοκάλυψη με μαύρο πλαστικό, διότι, επιπροσθέτως, παρατηρήθηκε αύξηση της παραγωγής κατά 30% και η ποιότητα ήταν καλύτερη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χημικές αναλύσεις που έγιναν στη λεβάντα, το φασκόμηλο και τη ρίγανη έδειξαν ότι κανένα από τα ζιζανιοκτόνα που μελετήθηκαν δεν επηρέασε την περιεκτικότητα σε λάδι.

Αναφορικά με τα αιθέρια έλαια, το κύριο χημικό συστατικό του λαδιού της ρίγανης είναι η καρβακρόλη που κυμάνθηκε από 84-89%. Επιπλέον, το κυπριακό φασκόμηλο S. fruticosa περιέχει α και β θουγιόνη, η οποία είναι νευροτοξική, σε πολύ μικρή ποσότητα (κάτω του 1%) ενώ το φασκόμηλο S. officinalis που καλλιεργείται στην Ευρώπη έχει 30% θουγιόνη. Το κυπριακό φασκόμηλο όμως έχει ψηλή περιεκτικότητα σε καμφορά (35%) που προκαλεί υπέρταση ενώ το S. officinalis περιέχει λιγότερη καμφορά (20%).

Η Κύπρος διαθέτει έναν τεράστιο φυτικό πλούτο που παραμένει ακόμη ανεξερεύνητος και ανεκμετάλλευτος. Εξάλλου, υπάρχουν νέες καλλιέργειες και τροφές που μπορούν να αντικαταστήσουν τις χρήσεις ορισμένων ουσιών στην Κύπρο αλλά και στην Ε.Ε. Εξίσου σημαντικό πεδίο έρευνας προσφέρει και η μελέτη των δράσεων των αιθέριων ελαίων. Κατά συνέπεια, η έρευνα πρέπει όχι μόνο να συνεχιστεί αλλά και να διευρυνθεί προς τη μελέτη και άλλων αρωματικών και φαρμακευτικών ειδών αλλά και των ιδιοτήτων τους.